ΡΙΖΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΤΟΥΣ ΛΑΚΚΟΥΣ
Παρακάτω θα σημειώσουμε όλα τα καταγεγραμμένα Ριζίτικα που αναφέρουν ή αναφέρονται στους Λάκκους, αλλά και ορισμένα άλλα τραγούδια κυρίως ρύμες που αναφέρουν ιστορικά στοιχεία για τους Λάκκους.
Τις ρύμες θα τις σημειώσουμε και θα τις σχολιάσουμε γιατί θεωρώ ότι είναι αυθεντικό δείγμα, της δια στόματος διάδοσης της ιστορίας και της παράδοσης.
Θα δούμε πρώτα τα τραγούδια που αναφέρουν τους Λάκκους και τους Λακκιώτες ύστερα θα παρουσιάσουμε κάποια νεοριζίτικα που όμως τραγουδιούνται και είναι ζωντανά και αναφέρονται στους Λάκκους και τους Λακκιώτες. Στο τέλος θα σημειώσουμε τις ρύμες και μερικά «παρατσάφαρα», τραγούδια δηλαδή ή στίχους με κοροϊδευτικό ή πειρακτικό χαρακτήρα για να θυμηθούμε και λόγο τις παλιές αποσπερίδες αφού γεμίσαμε τις γραμμές αυτές με επαναστάσεις και πολέμους. Η ζωή των Λάκκων δεν είχε μόνο σοβαρή πλευρά, είχε και την εύθυμη της ανάπαυσης και της περισυλλογής.
Ξεκινούμε λοιπόν με το πιο χαρακτηριστικό τραγούδι της ομάδας των ριζίτικων που θα ασχοληθούμε και κατά την ίδια λογική θα ακολουθήσουν και τα επόμενα:
Άποψη των Λάκκων από τη «Σαβουρέ»
1. «Προβάλετε φωνιάξετε στσι Λάκκους και στ’ Ορθούνι…»[1]
«Προβάλετε φωνιάξετε στσι Λάκκους και στ’ Ορθούνι, να ρθου του Λαμπαθέν οι γιοί και του Μπιμποσταμάτη,
Και σα λαγόν ετόπωσα στου κάτω δρυ τον πόρο,
Και μη θαρρού πως ειν λαγός να περμαζώνου σκύλους,
(Απού χει άρματα ας βαστά κι απού δεν έχει ας εύρει)…»
Το τραγούδι αυτό αναφέρουν οι πηγές, αλλά και οι ντόπιοι πληροφορητές, είναι προειδοποίηση για την εμφάνιση του εχθρού στη συγκεκριμένη περίπτωση Τούρκων. Ο «δρυς» είναι τοποθεσία που βρίσκεται νότια και δυτικά των Λάκκων και αποτελεί βοσκότοπο των Λακκιωτών(εκεί έβοσκαν τα κοπάδια τους αίγες και πρόβατα οι Καντήδιανοί ,οι Μαρούληδες, οιΣολιδήδες).
Ο «Δρυς» είναι και πέρασμα προς Ομαλό, εναλλακτικό ,μέσα από τα βουνά και τα λημέρια των ανταρτών.
Ο Λαμπαθές ήταν από το χωριό Ορθούνι κοντινό των Λάκκων, και είχε κατά την παράδοση τέσσερις γιούς. Ήταν μέλος της μεγάλης οικογένειας των Λαμπαθέδων και το πιο ζωηρό μέλος της. Στο σημείο αυτό παλαιότεροι καταγραφείς αναφέρουν την εξής παραλλαγή: «… να ρθού του Λαπαρτέμ’ οι γιοί…»[2], από το Λαπά Αρτέμη( οικογένεια των Λαπάδων από τ΄Ορθούνι), που και κατά τον Ιδομενέα Παπαγρηγοράκη είναι λάθος και σύμφωνα με όλους τους μετέπειτα καταγραφείς αλλά και οι μαρτυρίες των ντόπιων συνηγορούν ότι το τραγούδι αναφέρεται στον Λαμπαθέ.
Υπάρχει και η παραλλαγή του Αντωνίου Γιάνναρη στο έμμετρο έργο του «η Κρητικοπούλα, Αγώνες και πάθη της Κρήτης κατά την Επανάσταση του 1869», που αναφέρει «…να’ρθου του Γιάνναρη οι γιοί και του Μπιμποσταμάτη…». Ο Γιάνναρης αναφέρεται εκεί σε μια αψιμαχία, που οδήγησε στο φόνο του Γιάννη και Νικόλα Γιάνναρη, στη Θέση «Βδελλά» που βρίσκεται πολύ κοντά με το «Δρύ», από τους εξ Ορθουνίου επτά γενιτσάρους. Η παραλλαγή αυτή δεν τραγουδιέται σήμερα ούτε στους Λάκκους αλλά και δεν την αναφέρει κανείς άλλος ερευνητής στα βιβλία του.
Το συγκεκριμένο τραγούδι τραγουδιέται στην τάβλα και έχει τον ίδιο σκοπό με τα τραγούδια: α) «προβάλλετε φωνιάξετε του Γιώργη του Τσουράκη…» (ανάλυση του τραγουδιού θα δούμε πρακάτω), β) «Μωρέ συ που κατέβηκες ‘που τον απάνω κόσμο…»(ή Λεβέντη απού κατέβηκες… που τραγουδιέται συνήθως σε γάμους και βαπτίσεις), γ)«Προβάλετε ρωτήξετε στσι Λάκκους ήντα ‘γίνει…» (αναφέρεται στο θάνατο Λακκιωτών Μακεδονομάχων και θα το αναλύσουμε παρακάτω),δ) «Προβαίνω στο θυμαρωπό…», ε) «Του Σερβογιάννη ο γιος ζητά του Διγενή τη κόρη…», στ) «Νικόλα τ΄αντροκάλεσμα άφης’ το μην το κάμεις…»,ζ) «Προβαίνω στο θυμαρωπό στ’Ανίμπαλι από πάνω…», η) «παιδιά κι ήντα να γίνηκε του Πρέβελη ο δεσπότης…»( ο ηγούμενος της Μονής Πρέβελη Εφραίμ πήρε μέρος στην επανάσταση του Δασκλογιάννη), θ) « Παιδιά μήμπας και τον ίδετε της πόλης το δεσπότη…»(αναφέρεται στον απαγχονισμένο Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’), ι) « Ποιος είν’ απού τραγούδηξε στο κούτελο τσι τάβλας…», ια) «Του φεγγαριού θε ν’ ακλουθώ…» και άλλα πιο σπάνια που είναι καταγεγραμμένα στις συλλογές Αποστολάκη, Παπαγρηγοράκη, Κριάρη, Χανταμπή, Τζιγκουνάκη κ.λ.π.
Ένα ζήτημα έχει ανακύψει τελευταία με μια φράση του τραγουδιού αυτού στο στίχο που λέει «…και σα λαγόν ετόπωσα στου κάτω Δρύ τον πόρο..» ο Αντώνης Πυροβολάκης από το Σέλινο,
βαθύς γνώστης της παράδοσης και του Ριζίτικου, αλλά και ο συγχωριανός μου και αποβιώσας σήμερα Γ. Καντιδάκης, ισχυρίζονται ότι ο στίχος λέει κανονικά: «…και σάλαγον ετόπωσα στου κάτω Δρύ τον πόρο…», προερχόμενο από το ρήμα «σαλαγώ» της νεοελληνικής γλώσσας, που σημαίνει παρακίνηση του κοπαδιού από τον βοσκό με κραυγή ή ήχο οργάνου ή σφύριγμα.
Ανατρέχοντας όμως στο λεξικό του Αντωνίου Ξανθινάκη για την ντοπιολαλιά της δυτικής Κρήτης, δεν βρήκα το ρήμα «σαλαγώ» ή άλλη λέξη με ρίζα της το ρήμα αυτό. Αλλά και από ερωτήσεις που έχω κάνει ο ίδιος σε γεροντότερους δε γνωρίζουν τη λέξη, ούτε εγώ την έχω ακούσει στους Λάκκους ή αλλού στα Χανιά.
Για το σημείο αυτό του στίχου έχει γίνει και παλαιότερα πολύς λόγος γιατί πολλοί και Ι. Παπαγρηγοράκης[3] στο βιβλίο του για τα Ριζίτικα της Κρήτης, έχει καταγράψει το στίχο ως εξής: «…κι’ ένα λαγόν ετώποσα στου κάτω Δρυ τον Πόρο…».
Πολλοί σήμερα τραγουδούν έτσι το τραγούδι, κατά την καταγραφή του Παπαγρηγοράκη, και στο χωριό μου οι περισσότεροι.
Στο δημοτικό τραγούδι όμως συμβαίνουν αυτά γιατί κάθε παρέα έχει ακούσματα διαφορετικά καθώς η παράδοση των τραγουδιών είναι προφορική και είναι δικαιολογημένες οι παραλλαγές, όταν αυτές δεν αλλάζουν το βαθύτερο νόημα του τραγουδιού.
Αξίζει εδώ να αναφέρουμε ότι το συγκεκριμένο τραγούδι ποτέ δεν το ξεκινούν σε μια χαροκοπιά που λέμε, οι Λακκιώτες, αλλά περιμένουν και το θεωρούν ιδιαίτερη τιμή να το ακούσουν, από το νοικοκύρη του σπιτιού ή τον αρχηγό της παρέας προς τιμή της οποίας έχει γίνει η μάζωξη. Το θεωρούν ως καλωσόρισμα και αναφορά στους νεκρούς και τους αγώνες των Λάκκων και θεωρείται εγωιστικό να το τραγουδήσουν πρώτοι. Είναι το τραγούδι που έμαθα και ‘γω πρώτο αλλά και το μόνο που έχει αυτού του είδους την απαγόρευση για τους Λακκιώτες.
Στο σημείο αυτό θα αναφέρω δύο τραγούδια που έχουν τον ίδιο σκοπό (ήχο, μουσική αν θέλετε) με το «Προβάλετε φωνιάξετε» αλλά τελείως διαφορετικό περιεχόμενο που όμως αναφέρονται στους Λάκκους ή σε Λακκιώτες. Το πρώτο είναι το:
2. «Προβάλετε ρωτήξετε στσι Λάκκους ήντα’ γίνει…»[4]
Προβάλετε ρωτήξετε στσι Λάκκους ήντα ‘γίνει
Και τα’ αναφώνι σύρανε και παίζου τσι καμπάνες.
Μαντάτα των εφέρανε κακά και πικραμένα,
ότι εσκοτωθήκανε πάλι μερκοί Λακκιώτες.
Ο Παρασκάκης είν΄ο γεις κι ο Μαλιντρέτος άλλος
Και ο Μανιάς ο Ξενοφών κι άλλος ο Χαζηράκης
Κι οι δυό οι Βερυβάκηδες κι ο Σολιδάκης άλλος κι ο Οδυσσέας Μάντακας.
Σ’ αυτό το τραγούδι γίνεται αναφορά σε κάποιους από τους συμμετέχοντες στους Βαλκανικούς του 1912 - 1913[5].Αναφέρει τους:
- Παναγιώτη Παρασκάκη εθελοντή οπλίτη που «έπεσε» στη Μανωλιάσα Ηπείρου στις 2- 12 - 1912
- Δημήτρη Μαλιντρέτο εθελοντή οπλίτη που «έπεσε» στη Μανωλιάσα κι αυτός την ίδια μέρα με τον Παρασκάκη
- Νίκο Βερυβάκη εθελοντή οπλίτη, που «έπεσε» στις 3 – 11 1912 στην Ήπειρο
- Αποστόλη Χαζίρη δεκανέα, που «έπεσε» στις 9 – 12 – 1912 στην Αετοράχη Ηπείρου
- Περικλή Σολιδάκη που «έπεσε» στις 20 – 7 – 1913 στα Άνω Τζουμέρκα.
- Ξενοφών Μανιά λοχαγό που έπεσε στις 30 – 11- 1912.
Για τους υπόλοιπους δεν έχομε πληροφορίες για το πού και πότε σκοτώθηκαν.
Το άλλο τραγούδι είναι το:
3. « Προβάλετε φωνιάξετε του Γιώργη του Τσουράκη…»[6]
Προβάλετε φωνιάξετε του Γιώργη του Τσουράκη,
Να πάει στ’ αρνομάντρι του στο ρημοκούραδό ντου,
Και ορνικά γυρίζουνε στα’ Αγκαθωπής τα πλάγια.
Σαββάτο είναι σήμερο, σήμερο δεκαπέντε,
Απού σκοτώσα το βοσκό στη μέση των αρνιών του.
Κλαίν τον τα’ αρνιά ντου κλαίν τονε, κι’ ούλα τονε λυπούνται,
Μα’ ναν αρνί, καλόν αρνί, πολλά τονε λυπάται,
Γύρου τριγύρου γύριζε και τον μοιρολογάτο.
Το τραγούδι αυτό αναφέρει τον Γιώργη τον Τσουράκη, αρματωλό[7] των Λευκών Ορέων, αγωνιστή και οπλαρχηγό κατά την επανάσταση του 1821 στην Κρήτη, που ήταν από την Αγία Ειρήνη του Ανατολικού Σελίνου και έβοσκε τα «οζά» του στον Ομαλό, στην κορυφή «Αγκαθωπή».
Το οροπέδιο του Ομαλού ανήκε και ανήκει κατά τα δύο του μέρη στους Λακκιώτες και κατά ένα μέρος στους Σεληνιώτες κατοίκους των χωριών Αγία Ειρήνη, και Πανηχώρι.
«Τα πλάγια της Αγκαθωπής»
Κατά τους Ιδομενέα Παπαγρηγοράκη , Αριστείδη Κριάρη, Νικόλαο Τωμαδάκη στα σχόλιά τους στα βιβλία που έχουν καταγράψει τα ριζίτικα τραγούδια, αλλά και ζώντες πληροφορητές μου από τους Λάκκους γνωρίζουν, ότι το τραγούδι αυτό αναφέρεται σε διένεξη μεταξύ των Λακκιωτών βοσκών και του «Τσουρακογιώργη» ή με τα αδέλφια του. Οι Λακκιώτες βοσκοί σε μια πράξη αντεκδίκησης σκότωσαν το βοσκό του Τσουράκη και έτσι βγήκε το τραγούδι για να στιγματίσει την άνανδρη αυτή και αποτρόπαια πράξη.
Η παραπάνω καταγραφή του τραγουδιού είναι παραλλαγή και
έγινε για να κατευνάσει τους Λακκιώτες, ενδεχομένως. Η άλλη εκδοχή κατά τον Π. Κριάρη που το σχετίζει και με τη «ξαστεριά» είναι:
Προβάλετε φωνιάξετε του Γιώργη του Τσουράκη
Να πάει στ’ αρνομάντρι του στο ρημοκούραδό ντου
Και μοναχά γυρίζουνε στσ’ Αγκαθωπής τα πλάγια
Σαββάτο είναι σήμερο ,σήμερο δεκαπέντε
Απού σκοτώσαν το βοσκό οι Αρχοντομουσούροι…
Αυτή λοιπόν ενδέχεται να είναι η αρχική μορφή του τραγουδιού, όπου Αρχοντομουσούροι αποκαλούνται οι Λακκιώτες περιπαικτιικά, αφού είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι απόγονοι του Λέοντος Μουσούρου κατοίκησαν στους Λάκκους γιατί τους είχε δοθεί από το Βυζάντιο ως τιμάρι η περιοχή γύρω από τον Ομαλό και ο Γεώργιος Μουσούρος, ήταν εκ των αρχηγών της επανάστασης του Καντανολέοντα, το 1570 ήταν από τους Λάκκους.
Στον Γιώργη Τσουράκη στις πράξεις ή στα αισθήματα που εξέφρασε για τους Λακκιώτες και τα αποτύπωσαν οι δημιουργοί αποδίδεται και το τραγούδι «Πότες θα κάμει ξαστεριά…» σαν απάντηση στην αυτοδικία των Λακκιωτών και για να τους απειλήσει με αντίποινα, εκδοχή που αποδίδει στον Νικόλαο Τωμαδάκη ο Ι. Παπαγρηγοράκης και που φαίνεται να έχει βάση. Όταν ήμουν παιδί, είχα ακούσει την εκδοχή από τον παππού μου το Γιώργη Μαυρογένη αλλά και πρόσφατα από άλλους Λακκιώτες όπως τον Μιχάλη Καντιδάκη που το είχε ακούσει από τον πατέρα του Γιώργη Καντιδάκη που ήταν άριστος γνώστης των Ριζίτικων και πρώτος μου δάσκαλος σε αυτά. Ίσως έτσι εξηγείται και η απορία μου γιατί στους Λάκκους στους γέρους, στα παιδικά μου χρόνια, δεν τους άρεσε να τραγουδούν το τραγούδι « πότες θα κάμει ξαστεριά». Ποτέ κανείς δε μας το εξήγησε λες και υπήρχε κάποια συνομωσία σιωπής. Το τραγούδι «προβάλετε φωνιάξετε του Γιώργη του Τσουράκη..», το έμαθα με την μορφή που το παρουσίασα αρχικά, στους Λάκκους.
Ας δούμε τώρα και το «πότες θα κάμει ξαστεριά…», αφού αναφέρει τον Ομαλό αλλά και γράφτηκε εξαιτίας μιας μαύρης σελίδας της ιστορίας των Λάκκων:
ο Ομαλός
4.«Πότες θα κάμει ξαστεριά…»
Πότες θα κάμει ξαστεριά ,πότες θα Φλεβαρίσει να πάρω το ντουφέκι μου, την όμορφη πατρώνα να κατεβώ στον Ομαλό στη στράτα τω Μουσούρω, να κάμω μάνες δίχως γιούς ,γυναίκες δίχως άντρες, να κάμω και μωρά παιδιά να κλαίν δίχως μανάδες , να κλαιν τη νύχτα για νερό και την αυγή γάλα και τ΄αποξημερώματα για τη γλυκειά τους μάνα.
Το τραγούδι αυτό έχει γίνει συνώνυμο με την επανάσταση και την αντίσταση του λαού ενάντια σε κάθε λογής δυνάστη. Αποτέλεσε, τραγουδισμένο από τον μακαρίτη Νίκο Ξυλούρη, τον ύμνο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973. Ο Ομαλός πράγματι ήταν το σύμβολο της ελευθερίας για τους υπό τον Τουρκικό ζυγό, Κρητικούς.
Ήταν ένα καταφύγιο για τους επαναστάτες και φυγόδικους Κρητικούς, ο τροφοδότης των Χανίων κατά τους αποκλεισμούς τους από εχθρούς και συμμάχους στα χρόνια από το 1821 έως και την απελευθέρωση της Κρήτης. Μια όαση ελευθερίας, αφού οι Τούρκοι δεν κατάφεραν για πολύ καιρό να κρατήσουν στρατό στους πύργους που είχαν χτίσει εκεί και η βάση των επαναστάσεων που προστάτευαν οι Λακκιώτες με κάθε τίμημα.
Κατά την εκδοχή που αναφέραμε πιο πάνω, το τραγούδι γράφτηκε για να εξωτερικεύσει το μίσος του προς τους Λακκιώτες αυτός ή αυτοί που το συνέθεσαν που μάλλον ο στιχουργός ήταν ο Γιώργης Τσουράκης ή δικοί του φίλοι. Όλα τα παραπάνω είναι λογικές υποθέσεις, γιατί στην προφορική παράδοση κανείς δε μπορεί να είναι βέβαιος για τις υποθέσεις και τις εικασίες που κάνει ή τις πληροφορίες, από πληροφορητές τόσο απομακρυσμένους χρονικά από τα γεγονότα.
Όποιος και να ήταν ο λόγος που παρακίνησε το δημιουργό του, το τραγούδι αυτό πέρασε στην ψυχή των Ελλήνων ως σύμβολο αντίστασης. Με τον ίδιο σκοπό τραγουδιούνται και τα τραγούδια: α) «Πουλάκια κελαηδήσετε ως είστε μαθημένα…», β) «Αυγή τσ’ αυγής θα σηκωθώ…»
Βέβαια υπάρχουν και σε αυτό το τραγούδι παραλλαγές που μια από αυτές υπάρχει στο βιβλίο του Λακκιώτη Αντωνίου Γιάνναρη «Άσματα Κρητικά μετά διστίχων και παροιμιών» 1876, που έχει ως εξής:
«Το πεθυμιό»
Πότες να κάμει ξαστεριά πότες να φλεβαρίσει,
να πάρω το ντουφέκι μου το περδικοκόπανό μου,
να κατεβώ στον Ομαλό στη στράτα τω Μουσούρω,
να κάμω μάνες δίχως γιούς, γυναίκες δίχως άντρες;
Με αυτή την παραλλαγή το καταγράφουν, όπως μας λέει και ο Παπαγρηγοράκης οι Βλαστός και Κριάρης και σα πεθυμιό του δίνουν τίτλο αλλά το συνεχίζουν ενώ αποδίδει πρόθεση στον Γιάνναρη για την αλλαγή ή παράληψη των άλλων στίχων αφού είναι Λακκιώτης. Ο Γιάνναρης βέβαια διευκρινίζει στην εισαγωγή του ότι όλα τα τραγούδια που έχει καταγράψει στα «Άσματα Κρητικά…» του τα έχουν ερμηνεύσει ή υπαγορεύσει Λακκιώτες και αυτό δίνει από μόνο του κάποιες απαντήσεις.
Ο Σταμάτης Αποστολάκης στο βιβλίο του «Ριζίτικα, τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης» γράφει όλο το τραγούδι σε μια παραλλαγή του που από τον τρίτο στίχο και κάτω έχει ως εξής:
«…να στέσω το καλύβι μου στον καθαρόν αέρα,
Και πότε λίγο χαμηλά να καμω μια σπεράδα,
Να βρω δικούς κι αδερφοχτούς, ψωμί, κρασί να φέρουν,
Κι α λάχει οχθρός, να παίζομε σημάδι με σημάδι,
Να κ΄μω μάνες δίχως γιούς, γυναίκες δίχως άντρες,
Κι ας κάμω και την αγαπώ τα μαύρα να φορέσει.»
Ο Σ. Αποστολάκης στο ίδιο βιβλίο του έχει και άλλη μια παραλλαγή :
«Χριστέ να ζώνου μου σπαθί και να ‘πιανα κοντάρι,
Να πρόβαινα στον Ομαλό, στη στράτα τω Μουσούρω,
Να σύρω τ’ αργυρό σπαθί και το χρουσό κοντάρι,
Να κάμω μάνες δίχως γιούς, γυναίκες δίχως άντρες,
Να κάμω και μωρά παιδιά μα δίχως τσι μανάδες.»
Σήμερα όλοι τραγουδούν την ξαστεριά και λίγο τους ενδιαφέρει «πιανού ξαστεριά» λένε. Αν μου ζητούσε κάποιος να διαλέξω ποια μου αρέσει θα απαντούσα όλες κι αν με ρωτούσαν τη γνώμη μου για το ποια πρωτογράφτηκε θα απαντούσα δεν με ενδιαφέρει.
Ας προχωρήσουμε παρακάτω στο επόμενο τραγούδι που έχει σχέση και με τα παραπάνω δύο, αφού αναφέρει τον Ομαλό, τους Σεληνιώτες και Λακκιώτες συνιδιοκτήτες του, και τους Σφακιανούς συνοράτορες από τη μεριά του φαραγγιού της Σαμαριάς.
5. «Που θε’ να ‘βγει στον Ομαλό…»
Που θε’ να ‘βγει στον Ομαλό να ΄ν’ αναγυρισμένος ,
Λακκιώτη ας κάμει σύντεκνο και Σφακιανό κουμπάρο,
κι Αγιερηνιώτη αδερφοχτό, Πανηχωρίτη φίλο.
Τότες να βγεί στον Ομαλό να ‘ν’ αναγυρισμένος.
Ο Ομαλός στα χρόνια των επαναστάσεων ήταν τόπος συνάξεως των καπεταναίων και των ανταρτών.
Για να μπορεί κάποιος που ήταν από άλλο μέρος της Κρήτης να ανεβεί εκεί, έπρεπε να έχει ένα είδος διαπιστευτηρίου ας το πούμε, ένα μάρτυρα που θα πιστοποιούσε ότι δεν ήταν με τον εχθρό ή μια απόδειξη ότι ήταν «δικός».
Στα δύσκολα χρόνια εκείνα, ο κουμπάρος, ο σύντεκνος, ο φίλος, ο αδερφοχτός ( σημαίνει αδελφοποιτός), ήταν παραπάνω από συγγενής και τιμούνταν και τους ποιττστωποιολ από όλους τους χωριανούς με τις τιμές που επιβαλλόταν από την «Κρητική φιλοξενία». Ήταν προστατευόμενος από όλους και όσοι ήταν φίλοι ή συγγενείς του σπιτονοικοκύρη έπρεπε να «πάρουν» τον φιλοξενούμενο στο σπίτι τους για μια μέρα τουλάχιστον ο καθένας ως ένδειξη τιμής.
Στο τραγούδι φαίνεται και ένα είδος διαβάθμισης. Τα σημαντικότερα και πολυπληθέστερα χωριά αναφέρονται πρώτα.
Το τραγούδι αυτό το λένε στην τάβλα, στο τραπέζι της χαροκοπιάς, πάντα όταν στην παρέα είναι κάποιος από τα χωριά που περιβάλλουν τον Ομαλό, Λάκκους , Αγία Ειρήνη ή «Ερήνη» στην ντόπια διάλεκτο, Πανηχώρι, και επαρχία Σφακίων. Ο σκοπός που τραγουδιέται το τραγούδι είναι ίδιος με τη «ξαστεριά» όπως το έχουν καταγράψει οι Ι.Παπαγρηγοράκης, Σ. Αποστολάκης, Μ. Βλαζάκης αλλά εγώ στους Λάκκους το έμαθα με το σκοπό του «μάνα πολλά μαλώνεις με».Είναι οι διαφορές και παραλλαγές που εμφανίζονται κατά τόπους και έχουν γίνει αντικείμενο πολλών σχολίων. Αλλά έτσι είναι το δημοτικό τραγούδι, μέσα από τις παραλλαγές και διασκευές του αναγνωρίζει ο μελετητής τις ιδιομορφίες και τα ιστορικά, ηθογραφικά και άλλα χαρακτηριστικά κάθε τόπου. Ακόμα και ένα τσάκισμα της φωνής, μέσα σε ένα τραγούδι, αρκούσε, για να καταλάβουν οι παλιοί γλεντιστές, την επαρχία και το χωριό καταγωγής του τραγουδιστή.
ου "ε το σκοπισμλενο Θεωρείται επαινετικό τραγούδι και το λένε οι καλεσμένοι για να ευχαριστήσουν τον οικοδεσπότη που μπορεί να κατάγεται από τις περιοχές αυτές ή το τραγουδούν επιτόπου σε κάποιο πανηγύρι της περιοχής που αναφέρουν τα τραγούδια ή το λένε για κάποιο μέλος της παρέας γενικά που κατάγεται από ‘κει. Αυτό το τραγούδι δεν είναι σωστό να το τραγουδήσει αυτός που κατάγεται από αυτά τα μέρη πρώτος, πρέπει όμως «να το πάρει» που λένε, δηλαδή να το τραγουδήσει με την παρέα την υπόλοιπη χορωδιακά και να απαντήσει αμέσως με μαντινάδα επαινετική ή με τραγούδι, αν θέλει, του ίδιου περιεχομένου, δηλαδή επαινετικό.O Ι. Παπαγρηγοράκης αναφέρει το τραγούδι με τον τίτλο «ο κοσμογυρισμένος» (σελίδα 162) και συμπληρώνει στα σχόλια για το τραγούδι ότι και ο Κριάρης στη πρώτη συλλογή του το αναφέρει με αυτό τον τίτλο. Φανερώνει τη σπουδαιότητα του τόπου για την εποχή που γράφτηκε το τραγούδι, αλλά και το πόσο δύσκολες ήταν οι μετακινήσεις της εποχής, έτσι που το ανέβασμα στον Ομαλό έκανε τον άνθρωπο κοσμογυρισμένο.
Το τραγούδι του «Γιανναρονικόλα» που θα δούμε παρακάτω μαρτυρά τις αψιμαχίες των βοσκών στις Χανιώτικες Μαδάρες για τη νομή των βοσκοτόπων. Ο Γιανναρονικόλας τραγουδήθηκε από τους Λακκιώτες σα θρήνος για το θάνατο του δικού τους Νικόλα Γιάνναρη, αλλά και από τους Σφακιανούς για το θάνατο του δικού τους Γιάνναρη από τον Αη Γιάννη Σφακίων, που σκότωσαν στον Ομαλό οι Λακκιώτες. Ο Λακκιώτης Γιανναρονικόλας, σκοτώθηκε στη θέση Βδελλά, νότια και δυτικά των Λάκκων προς το δρυ και τον Ομαλό, από τους γεννίτσαρους που έδρευαν στ ’Ορθούνι, όπως έχουμε αναφέρει και στην εισαγωγή της εργασίας μας, στις αρχές του 19ΟΥ αιώνα. Ο Σφακιανός Γιανναρονικόλας σκοτώθηκε, κατά την παραλλαγή του τραγουδιού, στον Ομαλό από τους «Αρχοντομουσούρους», που ήταν το παρατσούκλι των Λακκιωτών. Κανείς από τους μελετητές των ριζίτικων δε μπορεί να δικρίνει αν μνημονεύονται στα τραγούδια αυτά δύο διαφορετικά άτομα ή ένα συγκεκριμένο, γιατί Γιαννάρηδες υπήρξαν και στον Αη Γιάννη Σφακίων, αν και γενεαλογικά είχαν ρίζες και καταγωγή από τους Λάκκους. Είναι γνωστό ιστορικά ότι οι Σφακιανοί με τους Λακκιώτες είχαν μαγάλη έχθρα για το μοίρασμα της Μαδάρας στην οποία συνόρευαν. Ο Αντώνιος Γιάνναρης, στο τραγούδι του Γιανναρονικόλα στο βιβλίο του 1876 Κρητικά Άσματα βάζει τις ημερομηνίες στην επικεφαλίδα – τίτλο του τραγουδιού, 1690 – 1740 που φανερώνει τη γέννηση και το θάνατο, που μπερδεύει τα πράγματα, γιατί ο Νικόλας Γιάνναρης μαζί με το Γιάννη τους, σκοτώθηκαν αρχές του 19ΟΥ αιώνα όπως είπαμε.
Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα λάθους του Α. Γιάνναρη στις ημερομηνίες, αλλά μπορεί να υπήρξαν δύο διαφορετικά πρόσωπα, εκδοχή που έχει ελάχιστες πιθανότητες να ισχύει εκτιμώ, αν και υπάρχουν και σήμερα Γιαννάρηδες στον Αη Γιάννη Σφακίων (χωριό δίπλα από την Ανώπολη) Ας δούμε τα τραγούδια τώρα:
6.« Του Γιανναρονικόλα…»
« Φωνήν και κλάημαν άκουσα στ’ Ορθούνι και στσι Λάκκους,
Το Γιάνναρη σκοτώσανε χαημός στο παλικάρι,
Δεν πάει μπλιό στον Ομαλό στ ρημοκούραδά ντου
Να βρει τσι συζευτάδες του, να ιδεί και τσι βοσκούς ντου,
Να τωνε δείξει χειμαδιό και τόπους εδικούς ντου.»
Άλλο τραγούδι για το θάνατο του Γιανναρονικόλα δίνεται από τους καταγραφείς Α. Γιάνναρη , Σ. Αποστολάκη , Ι.Παπαγρηγοράκη στη Σφακιανή διάλεκτο:
«Μωρέ κοπέλια Σφακιανά, όσά στε ντων αρμάτω,
Πιάστε ντα και γρακήξετε στον Ομαρό να πάμε,
Κι έκαμαν πάλι φονικόν οι γι Αρχοντομουσούροι,
Το Γιάνναρη σκοτώσασιν το νιον τον παινεμένο.»
Τα παλικάρια φαίνεται πως τα διεκδικούσαν όλοι εκείνη την εποχή που η υστεροφημία και η καλή μαρτυρία όλων ήταν η σπουδαιότερη κληρονομιά για τους απογόνους.
χωράφι σπαρμένο με «ταή» στον Ομαλό
Οι Λάκκοι αναφέρονται απλά σε μερικά τραγούδια για να δοθεί κάποια περιγραφή ή παρομοίωση ή αντιστοιχία με κάποιον ή κάτι από τους Λάκκους. Ας τα δούμε λοιπόν:
7.«Προβαίνω στο θυμαρωπό…»[8]
Προβαίνω στο Θυμαρωπό, στ’ Ανίμπαλι απού πέρα,
Θωρώ και πρεμαζώνουνται ξαθές και μαυρομάτες
Ξαθες και γαïτανόφρυδες κι’αλυσιδοπλεγμένες.
Δεν ειν’ αυτές θερισιανές, μουδέ κι από τσι Λάκκους,
Μονό’ναι απού το Γαλατά οι τρείς Θοδωροπούλες
Γη του Σταματ’ οι κοπελιές απού τον Κυρτωμάδο
Αναφέρεται σε συγκέντρωση χριστιανών γυναικών ως σκλάβες, από τους Τούρκους. ( Σχόλιο του Μ. Τσουχλαράκη στο εσώφυλλο της 16Η συλλογής, του Συλλόγου Χανίων Οι Κρητικές Μαδάρες 2007)
8. « Άρχόντους έχου στη φλακή…»[9]
Αρχόντους έχου στη φλακή ως[10] χίλιους πεντακόσιους.
Έχου το Ρούσσιο τω Σφακιώ και τον Πολογιωργάκη,
Το Γιώργιακα ‘που τον Πρασσέ, το Δράκο που τσι Λάκκους,
Έχουν και τον Πρωτόπαπα απού το Πανηχώρι.
Μα’ ‘σπας ο Ρούσσος τη φλακή…
Και η παραλλαγή του τραγουδιού αυτού από τον δεύτερο στίχο και κάτω:
…έχου και τον Πρωτόπαπα, το Δράκο απου τσι Λάκκους.
Απόψε να τρυπήσομε τση φλακής το ντοίχο
Να πάμε να χτυπήσομε κατ’ απου το μπεντένι
Μα μας δε μας επιάνουνε.
Το τραγούδι αυτό είναι αναφορά στην αιχμαλωσία των Καπεταναίων από τα Σφακιά τους Λάκκους και το Σέλινο το 1826 και την ανεπιτυχή απόπειρά τους να αποδράσουν το 1827, όπως αναφέρει Σ. Αποστολάκης. Ο Δράκος απου τσι Λάκκους είναι ο Πατεροδράκος.
9. « Στ’ Ορθούνι εκαβαλίκεψα οι γιοί του Λαμπαθένη…»
Στ’ Ορθούνι εκαβαλίκεψαν οι γιοί του Λαμπαθένη,
Να πάνε εις το Μπρόσνιερο, στον Πύργο τ’ Αλιδάκη,
Περνούν τσι Λάκκους τα Μεσκλά, τα πλάγια του Θερίσου.
Πιάνει μαΐστρος[11] χιόνιζε κι οι μαύροι γονατίζουν,
πεζεύγουν οι σταυραετοί.
Το τραγούδι αυτό το γνωρίζω από τον Σταμάτη Μαυρογένη από τους Λάκκους και βρίσκεται καταγεγραμμένο από τον Γιάννη Τζιγκουνάκη στο βιβλίο του «Οι θύμισες ενός ριζίτη», Χανιά 2000.
Δεν γνωρίζει κανείς γιατί δεν υπάρχει στις μεγάλες συλλογές, που έχω και εγώ ως πηγές σ’ αυτή την εργασία, αφού η ιστορία που υπαινίσσεται το τραγούδι είναι των αρχών του 19ΟΥ αιώνα , στην επανάσταση του 1821.
Οι γεροντες του χωριού μου, των Λάκκων, το γνώριζαν καλά και ήταν από τα αγαπημένα τους τραγούδια, άρα δε μπορούμε να το καταγράψουμε ως νεοριζίτικο.
Του «Λαμπαθέν» οι γιοί λοιπόν ξεκινούν και πάλι για κάποια μάχη, τους έχουμε ξανασυναντήσει σε προηγούμενο τραγούδι, στο «…προβάλετε φωνιάξετε στσι Λάκκους…». Τώρα πάνε να πολεμήσουν στον Εμπρόσνερο της επαρχίας Αποκώρονα, σήμερα είναι Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Φρε, στον πύργο του Τουρκοκρητικού Αλιδάκη. Βρισκόμαστε χρονολογικά
μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη που καταπνίγηκε στο αίμα, περίπου στα 1774. Ο Τουρκοκρητικός Αλιδάκης πολύ είχε μπει στο μάτι των Σφακιανών καθώς συνέχεια τους παρενοχλούσε με αρπαγές και επιδρομές στα μιτάτα και τις Μαδάρες τους. Με τα πολλά οι Σφακιανοί και μετά από μεγάλη σύναξη ενεργούν έφοδο κατά του Πύργου Αλιδάκη με σκοπό να τον σκοτώσουν. Τελικά μετά απο σκληρή μάχη στην οποία συμμετείχαν και γυναίκες Σφακιανές, καταστρέφουν τον Πύργο και σκοτώνουν τον Αλιδάκη. Απομεινάρια του πύργου, υπάρχουν στον Εμπρόσνερο σήμερα για να θυμίζουν τη μάχη που κατέληξε νικηφόρα για τους Κρητικούς. Το τραγούδι περιγράφει την πορεία των αγωνιστών μέσα από τα χωριά Λάκκους , Μεσκλά ( που είναι κοντά στους Λάκκους, και προς Θέρισο).
Το παρακάτω τραγούδι περιέχει μια σημαντική στιγμή της ιστορίας των Λάκκων γιατί σημάδεψε τη ζωή των Λακκιωτών από τότε μεχρι σήμερα για λόγους που θα αναλύσουμε.
ο Ομαλός όπως φαίνεται από τα « Νερατζόπορα» (στο βάθος η «Αγκαθωπή» χιονισμένη)
10. «Στση Νερατζιάς το γούργουθο…»[12]
Στση Νερατζιάς το γούργουθο στση Νερατζιάς το λάκκο,
Σκοτώσανε το Βέργερη τον ξακουσμένο Τούρκο.
Ο Γιώργιακας τον σκότωσε ‘που την Αγιάν Ερήνη
Και μαγκλαβίζου τσι βοσκούς… (πιάνουνε τσι Λακκιώτες,
Μα κείνοι δε ντο μαρτυρούν).
Τον τελευταίο στίχο τον πρόσθεσα εγώ αφού έτσι τον άκουσα στους Λάκκους από παλιούς τραγουδιστές που μου το έμαθαν.(βρίσκεται έτσι γραμμένο και στη συλλογή Τζιγκουνάκη, «οι θύμισες ενός ριζίτη»)
Το τραγούδι αναφέρεται στο θάνατο του Τουρκοκρητικού Βέργερη, μισητού ανθρώπου στην περιοχή της επαρχίας Σελίνου και της Κυδωνίας.
Ο Γιώργιακας που λέει το τραγούδι, σκότωσε τον Βέργερη, ύστερα από πάλη στο μονοπάτι που οδηγεί από τους Λάκκους προς Ομαλό στη Θέση με τη σημερινή ονομασία Νερατζόπορα ( πόρος, πέρασμα δηλαδή της Νερατζιάς).
Οι Τούρκοι θεώρησαν υπεύθυνους τους Λακκιώτες αφού ο Βέργερης σκοτώθηκε σε Λακκιώτικη περιοχή, έπιασαν πρώτα και βασάνισαν όλους τους βοσκούς και μετά κάθε Λακκιώτη που ήταν πιθανό να είχε διαπράξει το φόνο, όμως κανείς δε μαρτύρησε. Μετά από χρόνια, όταν ο Γιώργιακας, που ήταν κι αυτός ξακουστό παλικάρι και μεγάλος αγωνιστής, επήγε στον Καδή (τον Πασά των Χανίων που τότε ήταν και δικαστής) για να καταθέσει τη διαθήκη του, τον κάλεσε ο Καδής για καφέ στον οντά του για να συμφιλιωθούν, στα γεράματά τους τουλάχιστο. Εκεί ο Γιώργιακας του λέει ότι αυτός σκότωσε τον Βέργερη. Ο πασάς έδειξε μεγάλη έκπληξη γιατί είχε σκοτώσει πολλούς Λακκιώτες για να το μαρτυρήσουν.
Μετά απ’ αυτό έστειλε φιρμάνι που όριζε τους Λακκιώτες μόνους κύριους μεγάλου μέρους της μαδάρας γύρω από τον Ομαλό, μαδάρα που μέχρι σήμερα, με κείνο το φιρμάνι ανήκει στην κοινότητα Λάκκων. Επίσης και τα 2/3 του οροπεδίου Ομαλού δόθηκαν με συμβόλαια στους κατοίκους για να τα σπέρνουν.
Μ’ αυτόν τον τρόπο θέλησε να εξιλεωθεί, προς τον Αλλάχ, ο Πασάς κι έτσι σώθηκαν πολλές γενιές αγωνιστών από την πείνα, ώστε να συνεχίσουν, για ένα αιώνα από τότε, τον αγώνα να αποτινάξουν τον Τούρκικο ζυγό και για ένωση με την Ελλάδα.
Σήμερα υπάρχει στο σημείο που σκοτώθηκε ο Βέργερης, αναθηματική πλάκα που την έστησαν οι απόγονοι του Γιωργιακάκη.
11. «Εις τα Σφακιά γιορτάζουνε...»[13]
Εις τα Σφακιά γιορτάζουνε στσι Λάκκους κάνουν γάμο,
Και εις το Κουστογέρακο τουφέκι’ αντιλαλούνε.
«παιδιά κι ήντα να γίνεται, παιδιά και ήντα να ‘ναι;»
«πόλεμο κάνει το χωριόκαι πολεμούν με πείσμα,
Τους Γερμανούς να διώξουνε»
Εδώ γίνεται απλή αναφορά στους Λάκκους, είναι τραγούδι της Γερμανικής εισβολής στην Κρήτη. Αναφέρεται στο Κουστογέρακο Σελίνου στη μάχη που έγινε έξω από το χωριό όταν πήγαν οι Γερμανοί να πιάσουν τους αγωνιστές της Μάχης της Κρήτης.
12. «Εις του Βασάρμου το νερό...»[14]
Εις του Βασάρμου το νερό χρυσό δεντρίν εβγήκε
Και στη σκιανάδα του δεντρού σφαχτά ‘ναι σταλιγμένα
Κι οι Σφακιανοι περνούσανε στέκου και τα θωρούνε
Για ιδέ σφαχτά, για ιδέ κριγιούς, για ιδ’ όμορφους μπροστάρους,
Για ιδέ κουδούνια τα φορου αργυρογανωμένα
Για ιδέ βοσκοί τα βλέπουσι ασημαρματωμένοι
Δεν ειν’ αυτά τω Σφακιανώ μηδέ και τω Λακκιώτω
Μηδέ και των Ανωγειανώ μηδέ και τω Πατέρω,
Μονό ‘νιαι των εννιά ‘δερφώ των αναγυρισμένω,
Κι εις το καλό κι εις το κακό πάνταν ομονοιασμένω.
Οπού ν’ οι τρείς γραμματικοί κι οι πέντε καπετάνιοι,
Το Γιάννη το καλό παιδί έχουσι τυροκόμο,
Ν’ αρμέγει να τυροκομά και να στειροχωρίζει.
Στο ‘να βουνό τυροκομά και στ’ άλλο αναζένει
Κι εις τ’ άλλο χύνει το χουμά να μην πνιγού τ’ αρνιά ντου,
Τ’ αρνιά και τ’ αρνομάντρια ντου τα στειροπρόβατά ντου.
Αυτό το τραγούδι κάνει απλή αναφορά στους Λάκκους (σαν κτηνοτροφικό χωριό είχαν οι κάτοικοι πολλά ζώα) όμως το έγραψα όλο γιατί περιγράφει μία ειδυλλιακή εικόνα τόσο για τη φύση και τις ασχολίες του επαγγέλματος του βοσκού, αλλά και για την ομόνοια των αδερφών. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στην εργασία του τυροκόμου. Μια επίπονη και εξαιρετικά κρίσιμη για τους βοσκούς εργασία της τυροκόμισης του γάλακτος Ο τυροκόμος έπρεπε να είναι στο τυροκομιό του πάντα και να μην ασχολείται με άλλες δουλειές την εποχή της τυροκόμισης, που εκτείνεται, στην παραδοσιακή τυροκομία από τις αρχές Απριλίου(ανάλογα με το χειμώνα και τα χιόνια που σκεπάζουν τους βοσκότοπους) μέχρι τα μισά του Ιούνη(ανάλογα με τις ζέστες που έχει κάθε χρονιά μπορεί να πάει ως τέλος του μήνα), να είναι πολύ καθαρός και τακτικός, εξαιρετικά ακριβής στις διαδικασίες και πολύ έντιμος.
Ο τυροκόμος έπρεπε να είναι άνθρωπος της εμπιστοσύνης των βοσκών, γιατί εκείνος ήταν υπεύθυνος για την παραγωγή μιας ολόκληρης χρονιάς, αλλά και για τη διαχείριση και φύλαξη του τυριού. Αν ο τυροκόμος δεν έκανε σωστά τη δουλειά του, οι κόποι μιας χρονιάς πήγαιναν χαμένοι, αλλά κι αν ήταν κλέφτης μπορούσε να κρύψει το τυρί κάπου αλλού(τότε έβαζαν τα τυριά σε μικρές σπηλιές στα βουνά για να είναι δροσερά ώστε να ωριμάζουν και να διατηρούνται) και να μην το αποδώσει στους βοσκούς που δε μπορούσαν να τον ελέγξουν, αφού όλη μέρα έβοσκαν στο βουνό.
Ο Κούμος, το σπίτι του βοσκού και του τυροκόμου, θέση Ποριά - Λακκιώτικη Μαδάρα
13. «Μια μάνα είχε τρα παιδιά...»[15]
«Μάνα είχε τρα παιδιά στον πόλεμο σταλμένα,
Δεν πρέπει να τα καρτερεί και να τα περιμένει,
Μα κείνα σκοτωθήκανε στσι Λάκκους εις τη μάχη,
Ανάμεσα στο Θέρισο, στον ποταμό Κερίτη...»
14. « Παιδιά χορεύγου στα Χανιά...»[16]
Παιδιά χορεύγου στα Χανιά γη τραγουδού στσι Λάκκους;
Μα κλαίνε στην Ανώπολη στον Μέγα Αη Γιώργη,
Για ένα νιό που πνίγηκε στου Πλατανιά το ρούμα.
Μα σα τον κλαίνε στα Σφακιά, αλλού δεν τονε κλαίνε:
«Δάσκαλε Γιώργη Δάσκαλε, Γιώργη Δασκαλογιώργη,
Μα ορφάνεψές τα Σφακιά».
Κατά τον Σ. Αποστολάκη το τραγούδι αναφέρεται στο νελοτερο Δασκαλογιώργη το δικηγόρο και πολιτευτή Γεώργιο Δασκαλογιάννη, που πνίγηκε το 1912 στο χείμαρρο της Καμάρας Κισάμου.
15. «Πέτραν ετσουροβόληξε...»[17]
Πέτραν ετσουροβόληξε στσ’ Αγκαθωπής τη μπάντα.
Παιδιά λαγός τη τσούρησε γη κηνυγός διαβαίνει;
Μούδε λαγός τη τσούρησε μούδε και κυνηγάρης,
Μόνο διαβαίνει ο Χάροντας με τσι αποθαμένους.
Δεν αναφέρονται οι Λάκκοι άμεσα, αλλά η κορυφή «Αγκαθωπή», ανήκει στη Λακκιώτικη περιφέρεια της μαδάρας (κοινοτικός βοσκότοπος). Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως οι ντόπιοι θεωρούν ότι ο Χάρος, τις σαράντα μέρες πριν τελικά η ψυχή ανέλθει στους ουρανούς, γυρίζει με τους πεθαμένους στα βουνά και τους δείχνει τα σφάλματα ή τις σωστές πράξεις που έκαναν στην πορεία της ζωής τους, πριν από την τελική κρίση.
16. « Άγιε Παντελεήμονα κι Άγιε Αστράτηγέ μου ...»[18]
«Άγιε Παντελεήμονα κι Άγιε Αστράτηγέ μου,
Αïδάρετέμε τ’ ορφανό να κτίσω μοναστήρι,
Να λουτρουγιούντ’ οι χριστιανοί και να μεταλαβαίνου,
Και να βαφτίζου και παιδιά...»
Είναι το τραγούδι που τραγουδούσαν, κατά την παράδοση, τα 17 παλικάρια[19] που έκαναν το τάξιμο στον Άγιο Παντελεήμονα, στο Φουρνέ Κυδωνίας, να τους βοηθήσει να ελευθερώσουν από τη φυλακή τον αρχηγό τους Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη, και να κτίσουν μια εκκλησία στ’ όνομά του, στον Ομαλό.
Η απόδραση είχε επιτυχία και το εκκλησάκι κτίστηκε εκεί που υπάρχει το σπίτι και ο τάφος του μεγάλου Λακκιώτη.
Εμείς στους Λάκκους τραγουδούμε το τραγούδι αυτό και θυμόμαστε το Γιάνναρη και τους αγώνες του.
Τιμής ένεκεν το σημειώνω, αν και άσχετο με τη θεματολογία της εργασίας μου αυτής, γιατί το αγαπούν πολύ οι Λακκιώτες, παλιοί και νεότεροι.Λέγεται συνήθως στο πανηγύρι του Αγίου στον Ομαλό, στο μνημόσυνο του Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη και αλλού.
Έχει το σκοπό του Διγενή και το τραγουδούν οι ριζίτες σε όλες τις γιορτές των Αγίων και στα πανηγύρια για το Θρησκευτικό περιεχόμενό του. Άγι’ Αστράτηγος είναι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο άγελος που παίρνει τις ψυχές των πεθαμένων, κατά τη θρησκευτική παράδοση. Ο Άγιος Παντελεήμονας είναι ο «ιαματικός», κατά την ίδια παράδοση, που γιατρεύει και προστατεύει τους ανθρώπους από τις ασθένειες, γι’ αυτό και τους δύο τους επικαλούνται οι χριστιανοί, στο τραγούδι τους, ώστε να είναι υγιείς και ζωντανοί για να κτίζουν εκκλησιές.
Οικισμός Ομαλού σήμερα. Αριστερά ο Πύργος του Χ’ Μιχάλη Γιάνναρη και το εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα
Β.Τραγούδια που έχουν γραφεί προς τιμή Μακεδονομάχων Λακκιωτών.
Η συμμετοχή των Λακκιωτών στους αγώνες της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των Ελλήνων ήταν μαγάλη με πολλούς νεκρούς και πολλές μάχες να έχουν κερδισθεί εξαιτίας τους.
Με την επιστροφή τους στην Κρήτη, όσοι επέζησαν, διηγήθηκαν τις ιστορίες των μαχών και τα ανδραγαθήματα των Κρητικών, που οι περισσότεροι ήταν εθελοντές, και δημιουργήθηκε έτσι μια νέα γενιά ριζίτικων, «του Μακεδονικού», που λέγανε οι παλιοί.
Σ’ αυτά περιλαμβάνονται και τα τραγούδια που αναφέρονται και στον Ηπειρωτικό Αγώνα και στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο.
Το πρώτο ήδη το περιγράψαμε πιο πάνω και αναφέρεται σε Λακκιώτες νεκρούς του Ηπειρωτικού Αγώνα.
17. « Ποιοί ‘τανε που περάσανε...»[20]
Ποιοί ‘τανε που περάσανε στα πάρωρα τση νύχτας
Κι ακούστηκε το διάβα ντων κι ανατριχιάζ’ ο κόσμος
Ξυπνού ντ’ αηδόνια απ’ τσι φωλιές και τα στοιχειά ξυπνούνε;
Ο Καραβίτης ειν’ ο γης και ο Μπολάνης άλλος
Κι ο Νικολούδης κι ο Μακρής κι ο γέρος ο Καούδης
Τούρκους Βουλγάρους κυνηγούν.
Αναφορά Κρητών του Μακεδονικού Αγώνα 1903 – 1908, δύο απ’ αυτούς είναι Λακκιώτες.
Ο Μπολάνης, είναι ο Γεώργιος Βολάνης αρχηγός σώματος που επέζησε του πολέμου και επί πολλά χρόνια διηγούνταν ιστορίες στο Σελί( κεντρική πλατεία όπου και τα καφενεία) των Λάκκων.
Ο άλλος είναι ο Ευάγγελος Νικολούδης κι αυτός αρχηγός σώματος πολεμιστών δεν επέζησε των μαχών αφού έπεσε στο Γκορνίτσοβο Φλώρινας, τη σημερινή Κέλη, όπου ο τάφος και ο ανδριάντας του. Στο Μακεδονικό πήρε μέρος και άλλος Νικολούδης από τους Λάκκους, ως αρχηγός κι εκείνος, ο Εμμανουήλ Νικολούδης, το τραγούδι σύμφωνα με τους παλιούς Λακκιώτες αναφέρει τον Ευάγγελο.[21]
18. « Γενές γενές το σέρνουνε το καπετανιλίκι...»[22]
Γενές γενές το σέρνουνε το καπετανιλίκι
Στσι Λάκκους οι Γιαννάρηδες, Πρώιμοι και Μπολάνοι,
Σαρρήδες και Παρασκιανοί, Μαντάκοι και Σκουλάδες,
Κι είναι κι οι Νικολούδηδες.
Τραγούδι που υμνεί τις οικογένειες κάποιων από τους καπετάνιους που έδωσαν οι Λάκκοι στους κατά καιρους αγώνες και ειδικά εδώ αναφέρεται στο Μακεδονικό και Α’ Παγκόσμιο πόλεμο.
Οι Νικολούδηδες στον Μακεδονικό Αγώνα ήταν τρείς ο Ευάγγελος, ο Εμμανουήλ που ήταν αρχηγοί και ο Δημήτριος.
Οι Σκουλάδες ήταν δύο οι Εμμανουήλ και Γεώργιος(ο πρώτος πέθανε από τις κακουχίες του πολέμου στις 10 – 4 – 1914 και ήταν αρχηγός και αυτός σώματος επιλέκτων).
Οι Μαντακιανοί είχαν τέσσερις τον Μάρκο, τον Οδυσσέα, τον Αντώνιο και το Μίνω.
Οι Παρασκιανοί είχαν επτά στους πολέμους του 1912 και 1913, τους Γεώργιο, Παναγιώτη, Μιχαήλ του Γεωργίου, Δημήτριο του Γεωργίου, Κυριάκο, Στυλιανό του Κυριάκου και Γεώργιο του Εμμανουήλ
Οι Σαρρήδες είχαν τον Ιωάννη αλλά αυτός, κατά τη γνώμη των Λακκιωτών, έκανε για πολλούς και είχε την ατυχία να συμμετέχει, γέρος πια, στη Μάχη της Κρήτης, όπου πάλι ανδραγάθησε.
Οι Βολάνηδες είχαν τέσσερις τους Ιωάννη και Δημήτριο στο Μακεδονικό και τους Γεώργιο και Σταμάτιο το 1912 και 1913.
ΟΙ Πρώιμοι είχαν τον Γεώργιο στο Μακεδονικό και τους πολέμους 1912 και 1913 και τους Βασίλειο και Ιωάννη στους πολέμους του 1912 και 1913.
Οι Γιαννάρηδες είχαν τους Ιωάννη, Αντώνιο και Απόστολο στο Μακεδονικό και Ηπειρωτικό (ο Ιωάννης έπεσε στο Μοναστήρι στα 1907).[23]
19. « Ο Μαναρώλης...»[24]
Φύσηξ’ αέρα φύσηξε φύσα βοριά μου φύσα,
Να φέρεις τα μηνύματα τα θλιβερά στη Κρήτη΄
Να πεις πως εσκοτώθηκε προχθές ο Μαναρώλης
Στην Ήπειρο στον πόλεμο, όξω απού την Ερσέκα,
Στη μάχη απού έκανε με τσι σκυλαρβανίτες.
Κρίμας τον τετοιο τσελεπή κρίμας το παλικάρι
Κρίμας την τόση λεβεδιά.
Τραγούδι για το Λακκιώτη Νικόλαο Μαναρώλη (1885 – 1912), οπλαρχηγό, που για εννιά χρόνια πολεμούσε στο Μακεδονικό και Ηπειρωτικό Αγώνα.
«ΝΕΟΡΙΖΙΤΙΚΑ» ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΑΚΚΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΟΥΣ
Μετά το θάνατο του Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη, αρκετά χρόνια μετά, οι λαïκοί ποιητές έγραψαν τα τραγούδια που θα δούμε παρακάτω για να τιμήσουν το μεγάλο στρατηγό της Κυδωνίας. Τον άνθρωπο που εκτός από αρχηγός και ατρόμητος πολεμιστής, ήταν και το στήριγμα όλων των ανθρώπων της επαρχίας, αλλά και των Χανίων.
Ήταν το σύμβολο του αγώνα για την «Ένωση» με την Ελλάδα, αφιέρωσε τη ζωή του, που ευτυχώς ο θεός τον προστάτεψε και ήταν μεγάλη, στον αγώνα αυτό. Όμως Θα καταγράψουμε σ’ αυτή την ομάδα τραγούδια, που αναφέρονται και σε άλλους Λακκιώτες ήρωες. Τα τραγούδια αυτά αποκαλούνται νεοριζίτικα γιατί γράφτηκαν από νεότερους συνθέτες αλλά με τους σκοπούς και την τεχνική του στίχου από τα Ριζίτικα. Πολλά έχουν γίνει αποδεκτά και τραγουδιούνται από τις ριζίτικες παρέες γιατί η θεματολογία που πηγάζει απο΄το στίχο ταιριάζει με την αισθητική και τη θεματολογία των Ριζίτικων, και αυτά θα καταγράψουμε και μεις εδώ.
20. «Στον Πύργο εις τον Ομαλό...»[25]
« Στο Πύργο εις τον Ομαλό, ένας αητός φωλιάζει,
Στο κοιμητήρι τ’ Αρχηγού τσ’ αυγές με τη δροσούλα
Χατζή Μιχάλη τραγουδεί δραπέτεψε του χάρου,
Και καβαλάρης ν’ ανεβείς εις τον απάνω κόσμο,
Σέρνε και το εξάρι σου τ’ όμορφα παληκάρια,
Κι΄αρματωμένοι να ‘σαστε.
Ο Χατζή Μιχάλης καλείται να δραπετεύσει από το Χάρο όπως έκανε τόσες και τόσες φορές στη ζωή του. Πάντα οι Τούρκοι κυνηγούσαν το Χατζή τον έπιαναν μερικές φορές τον εξόριζαν μέχρι και την Κωνσταντινούπολη, αυτός πάντα δραπέτευε. Δε μπορούν λοιπόν να βαστάξουν το χαμό του οι χωριανοί και οι φίλοι του και τον καλούν να δραπετεύσει. Να σέρνει όμως μαζί του και το εξάρι[26] του, τα παλικάρια που τον προστάτευαν και πολεμούσαν πάντα όλοι μαζί.
Τα παληκάρια που μοίραζαν στους πεινασμένους των επαναστατημένων χωριών, τα σφαχτά που έκλεβαν από τους Τούρκους και τους Τουρκοπροσκυνούντες. Τα παληκάρια που πολλές φορές γλίτωσαν το Χατζή από το Χάρο. Το όνομά της η ομάδα το πήρε από τον αριθμό των μελών της πού ήταν οι: Σπύρος Μαλιντρέτος, Εμμανουήλ Ζουρίδης, Κωστής Παυλάκης, Ιωάννη Μάντακα, Χρηστούλης Κουτρούλης, Γιώργης Ακρωτηριανός κατά περιόδους συμμετείχε και ο Δημήτρης Κατελάνος από τα Κεραμειά Κυδωνίας. Ο Α. Σκουλάς αναφέρει άλλη μία εκδοχή που είναι δυνατον να ισχύει για το όνομα της επίλεκτης αυτής ομάδας. Το όνομά της η ομάδας, κατά την εκδοχή αυτή, το πήρε από τις βολές που έριχναν με τα πυροβόλα τους τα Τούρκικα φυλάκια, που όπως έχουμε αναφέρει σε άλλο σημείο ήταν 21 από τους Λάκκους μέχρι το Ξυλόσκαλο Ομαλού, στη θέα των επιλέκτων αυτών, για να ειδοποιήσουν τη Φρουρά των Λάκκων ότι έρχονται.
Ο Χατζή Μιχάλης Γιάνναρης πάντα καβαλίκευε ένα άλογο, συνήθως «ψαρό», λευκό δηλαδή και μ’ αυτό κατέβαινε στις μάχες, ή στις άλλες μετακινήσεις του για να είναι γρήγορος αλλά και να τον αναγνωρίζουν από μακριά δικοί μα και εχθροί. Πάντα μ’ αυτό πολεμούσε και έβγαινε στην πρώτη σειρά προκαλώντας τον τρόμο στον εχθρό με τη θέα του.
Ο Πύργος του , το σπίτι του είναι στον Ομαλό, εκεί είναι και το μνήμα του, εκεί έχει τη φωλιά του ο Αητός, σε ψηλό σημείο που να του «βγορίζει» ο Ομαλός
Ο επισκέπτης πού γνωρίζει που βρίσκεται ο τάφος κάθε φορά πού ανεβαίνει στον Ομαλό στρέφει το βλέμμα του προς τον Πύργο του «Χατζή» και τον χαιρετά. Τραγουδιέται με το σκοπό του « ο Διγενής ψυχομαχεί»
21. « Χατζή Μιχάλης άφηκε...»
Χατζή Μιχάλης άφηκε στσι λάκκους διαθήκη:
« Εις του Τζοτζόλη το τσουνί, στον Ομαλό στον Πύργο
Να σιάξετε το μνήμα μου στο ξέκορφο τ’ αέρα,
Να ‘ χει πεζούλι πέτρινο και βορεινό πορτάκι
Να βγαίνω τσι αργαδινές, τσι φεγγαρολουσμένες,
Να σμίγω το εξάρι μου.
Όμοια θεματολογία με το προηγούμενο, τραγουδιέται με τον ίδιο σκοπό (όπως « ο Διγενής ψυχομαχεί...»). Μου το υπαγόρευσε ο Αντώνης Πυροβολάκης από την προσωπική του συλλογή.
22. « Ποιος είν’ αψής κι’ ογλήγορος περρίσια προκομμένος...»[27]
Απού ‘ν’ αψής κι ογλήγορος, περίσσια προκομμένος,
Να πεταχτεί στον Ομαλό εις τα καπετανάτα
Να πάει να πει τω Χάληδω και του Χατζή Μιχάλη,
Να τρέξουνε στα Κεραμειά μ’ ούλα τα μπαϊράκια,
Κι οι Τούρκοι ξεστρατεύονται.
Για το κίνημα του Θερίσου εναντίον του Πρίγκηπα και Ύπατου Αρμοστού Κρήτης διορισμένου από τις Μεγάλες Δυνάμεις, Γεωργίου ,που συμμετείχαν με πολύ ζήλο και αποφασιστικότητα σαραντατέσσερις Λακκιώτες. Τραγούδι της τάβλας, κατά πολλούς από τα πιό πρόσφατα αλλά δε μπορεί κανείς να πει με σιγουριά αν είναι νεοριζίτικο.
Λέγεται, ότι το τραγούδι αυτό το πρωτοτραγούδησε, αν δε το δημιούργησε, ο βιολάτορας από τα Κεραμειά Καντηλιεράκης Σήφης, από τους πρωτομάστορες της Κρητικής μουσικής παράδοσης. Εγώ το άκουσα πρόσφατα σε εκδήλωση στις 30 Νοεμβρίου 2007 για την επέτειο της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, εκτελεσμένο από το Λακκιώτη παραδοσιακό τραγουδιστή Κουτρούλη Χρήστο, πού μου είπε ότι το έμαθε από το γιό του Καντηλιεράκη, με τον οποίο συνδέεται φιλικά.Για την εργασία αυτή έψαξα και το βρήκα στο βιβλίο του Τζιγκουνάκη. Ο Κουτρούλης μαζί με μια ομάδα ριζίτες τραγουδιστές από τους Λάκκους το είπαν με μια παραλλαγή που δε γνωρίζω αν ευσταθεί αλλά θα την αναφέρω για την ιστορία:
«... να πάει να βρεί το Μάντακα και το Χατζή Μιχάλη...»
Ίσως είναι επινόηση του Κουτρούλη, για να «χωρέσει» το στρατηγό Μάντακα πού σήκωσε τη σημαία της Ελλάδας την 1Η Δεκεμβρίου 1913, στο φρούριο Φιρκά μαζί με το Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Γιάνναρης και πολλοί Λακκιώτες, ακολούθησαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, όπως ο Θερισιανός Χάλης και τ’ αδέρφια του, και επέτυχαν την Ένωση με την Ελλάδα, για την οποία ο Γιάνναρης μάχονταν επί μισό αιώνα. Ο σκοπός του τραγουδιού είναι με το
« Ο Κωσταντής στη φυλακή».
23. « Στα διαβατάρικα πουλιά...»[28]
«Στα διαβατάρικα πουλιά το μήνυμα θα δώσω,
Να πάνε εις τον Ομαλό να βρούν τσι καπετάνιους,
Να βρούνε τον Πρωτόπαπα, το Δράκο απού τσι Λάκκους,
Τσι Βίγλες ν’ αρματώσουνε γιατί η Τουρκιά διαβαίνει»
Και αυτό το τραγούδι είναι γραμμένο για την επανάσταση του 1821, κατά τους πληροφορητές μου, αλλά δεν το βρίσκει κανείς σε άλλα παλαιότερα βιβλία από του Τζιγκουνάκη. Αναφορά στην επανάσταση του 1821 που συμμετείχαν Λακκιώτες που επέδειξαν ζήλο και μαχητικότητα. Ο Πρωτόπαπας δεν ήταν Λακκιώτικης καταγωγής αλλά από το Πανηχώρι Σελινου , οΔράκος ήταν ο ξακουστός Πατεροδράκος από τους Λάκκους που αναφέρεται και σε άλλα τραγούδια, στο «...Αρχόντους έχου στη φλακή» και στο αμέσως επόμενο...
Το ‘κονοστάσι στην κάτω Σαβουρέ, στο διάσελο και σταυροδρόμι μεταξύ Πύργων Πάνω και Κάτω Σαβουρέ
24. «Στη Σαβουρέν επρόβαλλα...»
« Στη Σαβουρέν επρόβαλλα και συντηρώ τσι Λάκκους,
Θωρώ συκιές και βγάλανε των αντρειωμένω σπίθια.
Ρωτώ που ‘ν’ ο Κολύμπριος, που ‘ν’ ο Σαρριδαντώνης
Πού είναι ο Κατοσκουλής και πού ‘ν’ ο Τζαννομάρκος
Παιδιά και πού ‘ν’ οι Μπίμπηδες και που ‘ναι οι Μουσούροι,
Και που ‘ν’ ο Γέρο Γιάνναρης με τον Πατεροδράκο»
Τραγούδι που το έχω ακούσει πολύ στους Λάκκους αλλά στις συλλογές με ριζίτικα δεν το βρήκα σημειωμένο.
Στον πολιτιστικό σύλλογο Λάκκων,στο μάθημα του ριζίτικου, μας το έμαθε ο Καντιδάκης Μιχάλης ο γεροντότερος, το 1997.
Είναι προσκλητήριο όλων των Λακκιωτών τιμημένων καπετάνιων και μορφών των αγώνων. Ο Κολύμπριος σύμφωνα με τους ντόπιους πληροφορητές, είναι κάποιος Μαυρογένης[29], ένας εκ των Σταμάτη ή Στυλιανού Μαυρογεννάκη (όπως αναφέρει ο Α. Σκουλάς στην κατάσταση συμμετεχόντων στην επανάσταση 1821) είναι το «παρονόμι» του (παρατσούκλι) επειδή ήταν πολύ κοντός, σα το Κολύμπρι, το πιο μικρό πουλί της φύσης ( όλοι οι Μαυρογένηδες ήταν μετρίου αναστήματος, κάτω απο τον μέσο όρο αναστήματος των Λακκιωτών που ήταν μαγάλος[30]).
Ο Πατεροδράκος και ο Κατοσκουλής ήταν απ’ τους πιο σκληρούς πολεμιστές και διώκτες των Τούρκων.
Ο Σαρρηδαντώνης, οπλαρχηγός της επανάστασης και για χρόνια χαïνης στα βουνά του Ομαλού. Γνωστός για την ευστροφία και τη γρηγοράδα του (... σβέλτος κι ογλήγορος οσά ντο χελιδόνι, λέει ο ποιητής). Εκ των πρωτοστατών της Μάχης και του ξεκληρισμού του στρατεύματος των Τούρκων στο Θέρισο, που μαζί με τους άλλους Λακκιώτες τους αποκαλεί ο Ψιλάκης στην Ιστορία της Κρήτης πού έγραψε ώς «...Αίαντες μαινομένους κατά τας διαφόρους μάχας και μάλιστα στην περίφημη μάχη του Θερίσου κατά το 1821...».
Ο Σαρρηδαντώνης.
Ο Σαρρηδαντώνης είναι παράδειγμα αδούλωτης ψυχής, έζησε και πέθανε στου «Σαρρή την Παπούρα», βουνό πάνω από τον Ομαλό γιατί δε μπορούσε να βλέπει τους Τούρκους στους Πύργους γύρω από τους Λακκους ούτε να τους προσκυνά.
Οι Μπίμπηδες έχουν μνημονευτεί παραπάνω ως οι πρώτοι οικιστές των Λάκκων μετά την επανάσταση του Καντανολέοντα, κατά την παράδοση,ή ρίζα της οικογένειας των Μαυρογένηδων με πιο γνωστό το Μπιμποσταμάτη και τους γιούς του που αναφέρονται σε άλλο τραγούδι που μελετήσαμε πριν. Ο γέρο Γιάνναρης είναι ο Χατζή Μιχάλης Γιάνναρης γενικός Αρχηγός Κυδωνίας και Δυτικών επαρχιών από την επανάσταση του 1866 έως και την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Οι Μουσούροι λέγεται ότι κατοίκησαν στους Λάκκους, ένα μέρος από αυτούς τουλάχιστο, αφού έλαβαν ως τιμάρι τους από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Αλέξιο Κομνηνό, το 1185 (και ήταν Μουσούρος ένας από τα Δώδεκα αρχοντόπουλά του που έστειλε στην Κρήτη ως ακρίτες) τις πέριξ του Ομαλού και Σελίνου περιοχές, με πιο γνωστό πρόσωπο τον ήρωα της επανάστασης του Καντανολέοντα Γεώργιο Μουσούρο κατά το 1570.
Ο Τζαννομάρκος ήταν μια Βιβλική μορφή των Λάκκων, έζησε στα τέλη της περιόδου της Ενετοκρατίας και στις αρχές της Τουρκοκρατίας πάντοτε επαναστατημένος και φόβος και τρόμος των δυναστών της Κρήτης. Τον αποκαλούσαν και Φόβο. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Αγάς των Χανίων ήταν ο Ρεμεντάν Αγάς, του οποίου τα κτήματα συχνά κατέλυε με επιδρομές του ο Φόβος και σκότωνε τους ανθρώπους που δούλευαν εκεί και τους συγγενείς του Αγά. Για αντίποινα ο Ρεμεντάν Αγάς κάποια στιγμή αιχμαλώτισε τη μητέρα του Φόβου και για να τον αναγκάσει έτσι να βγεί από τη νησίδα του όρμου της Σούδας, όπου είχε ορμητήριό του μετά τη φυγή των Ενετών. Ο Φόβος έξαλλος με τον μαρτυρικό θάνατο, τελικά δια απαγχονισμού, της μητέρας του, έκανε λυσσαλέες επιδρομές κατά των Τούρκων και σε μία έπιασε ζωντανούς τον Χαλίμ, αδελφό του Αγά, την ωραία Σεïνε αδελφή του ίδιου ( που την εσκότωσε σε περιοχή κοντά στους Λάκκους που έχει το όνομά της μέχρι σήμερα) και πολλούς εξαδέλφους του και τους έκλεισε στο φρούριο του νησιού στη Σούδα. Ο Ρεμεντάν Αγάς μετέφερε το σπίτι του στους Λάκκους, για να προκαλέσει τον Τζαννομάρκο, αφού οι Λάκκοι ήταν η πατρίδα του. Για να λυθεί η διαμάχη και να γλιτώσουν και οι χωριανοί του από τον Αγά καλεί ο Τζαννομάρκος τον Ρεμεντάν Αγά σε μονομαχία που αποδέχθηκε με ευχαρίστηση.
Η παράδοση λέει, όπως μας πληροφορεί ο Αχιλλέας Σκουλάς στο βιβλίο του για τους Λάκκους, ότι ο Τζαννομάρκος ήταν πολυ φοβερός στην όψη και τη δύναμη. Είχε πελώριο ανάστημα, «αληθής γίγας», με μηρούς και βραχίονες σαν κορμούς δέντρων κεφαλή διπλάσια της κανονικής, μουστάκι που έφτανε ως τ’ αυτιά του, γεννειάδα έως τη μέση του, και μαλλιά μακριά. Στήθος «δασύμμαλον» με τρίχες να κρέμονται σαν του προβάτου. Τα δάχτυλα των χεριών του διπλάσια του κανονικού, « η δε Ηράκλεια δύναμίς του ενισχύετο από την ταχύτηταν και την ευστροφία των κινήσεών του, ο δε οπλισμός του και τα εξαρτήματα αυτού ήτο απλά και χονδροειδή και αποτελούντο από ένα τρομπόνι, ένα καμπυλωτόν μεγάλο ξίφος ( Πάλλα) και ένα τοπούζιον, ρόπαλον βαρύ, στερεόν, ανηρτημένον διά λωρίου, με εξόγκωμα εις το άκρον και κοσμούμενον με σειράς καρφιών». Ο Ρεμεντάνης, ήταν ως φαίνεται κανονικός άνθρωπος, όμορφος, πολύ αντρειωμένος καλός πολεμιστής με στολή και όπλα που έμοιαζαν με τα Ενετικά. Στο Σελί των Λάκκων έγινε η μονομαχία και οι δύο αντίπαλοι αντάλλαξαν δύο πυροβολισμούς καθώς και βαριά χτυπήματα. Ο Ρεμεντάνης όμως σύντομα κουράστηκε και άρχισε να τρέχει προς τι ελιές κάτω από το Σελί. Στη θέση Αμαδόλακκος τον προφταίνει ο Φόβος και τον πιάνει.
Τον κρέμασε με τα πόδια ψηλά σε μια ελιά και εκει του έκοψε το κεφάλι, το κάρφωσε σε ένα κλαδί , κατόπιν του έβγαλε και κατέφαγε το συκώτι του. Αυτός ήταν ο Τζαννομάρκος, πολύ αργότερα, έπεσε αποκλεισμένος από πολυπληθείς Τούρκους, σε σπηλαιοβάραθρο του Ομαλού, που από τότε φέρει το όνομά του.
Το επόμενο τραγούδι, αναφέρεται στον τελευταίο Λακκιώτη νεκρό της Γερμανικής κατοχής της Κρήτης, τον Χαράλαμπο Κουτρούλη, που σκοτώθηκε στη μάχη της Παναγιάς Κεραμειών.
Σε μια μάχη που δόθηκε εντελώς άδικα στις 11 Νεομβρίου 1944, αφού οι Γερμανοί ήδη είχαν συνθηκολογήσει με τους συμμάχους, και θα έφευγαν από στιγμή σε στιγμή από την Κρήτη. Ο Κουτρούλης ήταν εκέι μαζί με άλλους 14 Λακκιώτες αντάρτες, μέλη του ΕΛ.Α.Σ. τον Κουτρούλη Γιάννη, τον Μαυρογένη το Σταμάτη του Βασιλείου, Μιχελάκη Μανόλη του Γεωργίου, Κουτρούλη Αντώνη του Νικολάου, Μπιλαλάκη Γιάννη του Εμμανουήλ, Ψιλλάκη Γεώργιο του Εμμανουήλ, Κουτρούλης Ιωάννης του Ιωάννου, Σεργάκης Αριστείδης του Παύλου, Τζαννάκης Χαράλαμπος του Σπυρίδωνος, Παπαδάκης Σπύρος του Νικολάου, Ανδριάνης Δημήτριος του Θεοφάνη, Βολάνης Ανδρέας του Παύλου, Βολάνης Ανδρέας του Παύλου, Κουτρούλης Εμμανουήλ του Στυλιανού με διοικητή του τάγματος του ΕΛ.Α.Σ. τον επίσης Λακκιώτη Μάντακα Μίνω.
25. « Στην Παναγιά στα Κεραμειά...»[31]
Στην Παναγιά στα Κεραμειά γη λιάσει γη χιονίσει,
Μήνα Νοέμπρη τα πουλιά λυπητερά λαλούνε,
Κλαίνε τρείς άντρες διαλεχτούς πού πέσανε στη μάχη,
Οι δυο των ήταν Σφακιανοί, Λακκιώτης ήταν άλλος,
Κι οι τρείς από ψηλές γενιές και αναγνωρισμένες,
Μανούσακας ήταν ο γης κι ο άλλος Μανουσέλης,
Και απού τσι Κουτρούληδες , ήτανε ο Λακκιώτης...
Σελί Λάκκων, το 1890, διακρίνονται δύο Τούρκοι στρατιώτες και ένα παιδί. Στο βάθος δεξιά, ο μικρός τότε, Ναός του Αγίου Αντωνίου
26.«Μιχελιανό τραγούδι»
Χριστέ και να κατέβαινε νερό απού τσι Μαδάρες,
Να μπει στσι Λάκκους το χωριό τσι γούρνες να γεμίσει,
Να πλύνει κι η Μιχέλαινα τα ματωμένα ρούχα
Κλαίει στο μοιρολόï τση κι αντίλαλος γροικάται
Μιχάλη κανακάρη μου, Κωστή μου τσελεπή μου
Κυριάκο παλληκάρι μου πόσες φορές σας το ‘πα;
Οι μπάλες είναι δανεικές κι οι Τούρκοι είναι μοβόροι.
Δεν ανήκει στα νεοριζίτικα, όπως μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς. Αναφέρεται στην εκτέλεση τριών αδελφών της οικογενείας Μιχελάκη (μεγάλη οικογένεια από τους Λάκκους που μετά τον σκοτωμό που αναφέρουμε σκόρπισε σε όλη την Κρήτη) δια απαγχονισμού, από τους Τούρκους. Οι τρείς αδελφοί, θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την δολοφονία του φοροεισπράκτορα των Τούρκων, στα Λευκά Όρη.
Η μάνα κλαίει τα παιδιά της και τους λέει ότι το αίμα φέρνει αίμα και αντίποινα. Το τραγούδι αυτό μου το υπαγόρευσε ο Γιώργης Μιχελάκης του Εμμανουήλ από τους Λάκκους, και αυτός με τη σειρά του το έμαθε από ένα συγγενή του, από το χωριό Σέμπρωνας, του Δήμου Μουσούρων, τον Γιάννη Μιχελάκη του Μιχαήλ ετών 78. Το έβαλα τελευταίο γιατί σήμερα 12 – 01 - 2008 μου το υπαγόρευσε ο Μίχελας και δεν το είχα ποτέ ξανά ακούσει. Ο σκοπός που τραγουδιέται το τραγούδι αυτό ειναι μάλλον όπως το «μάνα πολλά μαλώνεις με και ‘γω μισέψει θέλω» όπως με τον Αντώνη Πυροβολάκη συμπεραίνουμε, από το μοτίβο του τραγουδιού και τη θεματολογία του, χωρίς να είμαστε βέβαιοι, αφού η πηγή δεν μπορούσε να μας βοηθήσει.
Παρακάτω θα δούμε ένα τραγούδι που αποκαλείται Λακκιώτικο, όμως κανείς δε γνωρίζει , είτε από τους ζώντες πληροφορητές, είτε από τις πληροφορίες που μας δίνουν οι συλλογές των ριζίτικων,το λόγο που του έδοσε το όνομα αυτό. Είναι ένα πολύ όμορφο και με ασυνήθιστη θεματολογία τραγούδι. Το τραγουδάμε με το σκοπό του « κόσμε χρυσέ».
27. «Ξένος κι εκεί, ξένος κι επά...»[32]
Ξένος κι εκεί ξένος κι επά κι όπου κι αν είμαι ξένος
Κι αν πάω κι είς το σπίτι μου ξένος κι εκεί λογούμαι
Φίλοι μ’ εχθροί γινήκανε κι οι γι εδικοί μου ξένοι,
Τ’ αδέρφια και τ’ ανίψια μου φονιάδες του κορμιού μου.
Κι ήντα μου λέτε να γενώ, ποιάστράτα να βαδίσω;
Δε μ’ απομένει άλλο μπλιό παρά να ξεψυχίσω..............
Ξένος κι επά ξένος κι εκεί κι όπου κι αν είμαι ξένος.
[1] Σ. Αποστολάκη, «Ριζίτικα , τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης σελ.91 τραγ. 88
[2] Ι.Παπαγρηγοράκη, τα ριζίτικα της Κρήτης, σελ 332, 333
[3] Ι. Παπαγρηγοράκη, τα ριζίτικα της Κρήτης σελ. 166 τραγ. 321
[4] Σ. «Αποστολάκη ριζίτικα τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης» σελ.156 τραγ. 222
[5] Α. Σκουλά «οι Λάκκοι και οι Λακκιώται» σελ.199
[6] Σ. Αποστολάκη «Ριζίτικα, τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης σελ 92 τραγ. 89
[7] Ι. Παπαγρηγοράκη « Τα ριζίτικα της Κρήτης» σελ. 328 σχόλια και σελ.167 τραγ. 322
[8] Σ. Αποστολάκη, «Ριζίτικα , τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης σελ.91, αρ. 87
[9]Σ. Αποστολάκη, «Ριζίτικα , τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης σελ137, αρ. 168
[10] Λακκιώτικη παραλλαγή, ο Αποστολάκης λέει «σα»
[11] Σιρόκος χιόνιζε κατά άλλους, ο Μαïστρος είναι ο χιονιστής καιρός της περιοχής.
[12] Σ. Αποστολάκη, «Ριζίτικα , τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης σελ. 137 αρ.167 και ο στίχος απο διήγηση Λακκιώτικη
[13] Σ. Αποστολάκη, «Ριζίτικα , τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης σελ.168, αρ. 260
[14] Σ. Αποστολάκη, «Ριζίτικα , τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης σελ.204, αρ. 297
[15] Σ. Αποστολάκη « ριζίτικα τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης» σελ.161 αρ.237
[16]Σ. Αποστολάκη «ριζίτικα τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης» σελ.161 αρ. 236
[17] Σ. «Αποστολάκη ριζίτικα τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης» σελ.418 αρ. 630
[18] Το τραγούδι είναι γραμμένο όπως μου το υπαγόρευσαν στους Λάκκους
[19] Ήταν οι: Γ. Μανωλές, Μ. Μανωλές, Ε. Καζάλης, Γ. Κωνσταντάκης, Ε. Φουντούλης, Π. Γιάνναρης, Μ.Πρώιμος( Μπελεγρής), Ν. Κάτης(Κατοχατζής), Ν. Νικολούδης, Ι. Βολάνης, Α. Γιάνναρης, Ε. Μαναρώλης, Σ. Κάτης, Ι. Καλατζής, Α. Μπομπόλης, Β. Καζάκος απο τις Στέρνες Κυδωνίας – Ακρωτήρι.
[20]Σ. Αποστολάκη « ριζίτικα τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης» σελ.155, αρ.221
[21]Αχιλλέα Σκουλά « Οι Λάκκοι και οι Λακκιώται» σελ.193
[22] Σ. Αποστολάκη « ριζίτικα τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης» σελ.153, αρ. 213
[23] Αχιλλέα Σκουλά « Οι Λάκκοι και οι Λακκιώται» σελ.192 έως 199.
[24] Σ. Αποστολάκη « ριζίτικα τα Δημοτικά τραγούδια της Κρήτης» σελ.159, αρ.231
[25] Ιωάννης Τζιγκουνάκης: « οι θύμισες ενός ριζίτη» Χανιά 2000, σελ 15
[26] Αχιλλέα Σκουλά « Οι Λάκκοι και οι Λακκιώται» σελ.167
[27] Ιωάννης Τζιγκουνάκης: « οι θύμισες ενός ριζίτη» Χανιά 2000, σελ91
[28] Ιωάννης Τζιγκουνάκης: « οι θύμισες ενός ριζίτη» Χανιά 2000, σελ.35
[29] Αχιλλέα Σκουλά « Οι Λάκκοι και οι Λακκιώται» σελ. 150
[30] Άρη Ν. Πουλιανού: « Η καταγωγή των Κρητών», εκδ. Βιβλιοθήκης Ανθρωπολογικής Εταιρείας 2004 σελ. 166 έως 250
[31] Ιωάννης Τζιγκουνάκης: « οι θύμισες ενός ριζίτη» Χανιά 2000,σελ. 32 τραγ.3
[32] Ι. Παπαγρηγοράκη, «τα ριζίτικα της Κρήτης» σελ. 127, τραγ. 228




